Στις 4 Αύγουστου το έτος 1955 στις οκτώ το πρωί εισήχθη στο Νοσοκομείο του Πειραιά η 14χρονη Σπυριδούλα
Ράπτη με βαριά εγκαύματα σε όλο της το
σώμα.
Λίγο αργότερα έγινε γνωστό
ότι το ανήλικο κορίτσι είχε πέσει θύμα κακοποίησης
από τους εργοδότες της.
Αφού την άπλωσαν στο τραπέζι δεμένη
χειροπόδαρα, την σιδέρωσαν σε όλο
της το κορμί….
Καθημερινά γινόμαστε μάρτυρες σε υποθέσεις
παιδικής βίας και εκμετάλλευσης ανηλίκων. Αναρίθμητα και ανείπωτα
εγκλήματα που διαπράχθηκαν και διαπράττονται εις βάρος χιλιάδων παιδικών ψύχων.
Η παιδική κακοποίηση αφορά
στη σωματική, σεξουαλική ή συναισθηματική κακομεταχείριση καθώς και
την παραμέληση ενός παιδιού ή παιδιών.
Η παιδική βία αποτελεί παγκόσμιο φαινόμενο για πολλές δεκαετίες μέχρι και σήμερα στην σύγχρονη κοινωνία.
Ιστορίες από περιστατικά μικρών παιδιών που έζησαν τον εφιάλτη
της κακοποίησης βίας,σοκάρουν τον κοινό
νου και στο άκουσμα των φρικτών εγκλημάτων,αποζητά παραδειγματική τιμωρία για τους
υπευθύνους των.
·
Τον
Απρίλιο του 2003 η Χριστίνα επισκέφθηκε την Κοινωνική Υπηρεσία του νοσοκομείου
της περιοχής της και ανέφερε στην κοινωνική λειτουργό ότι ξυλοκοπείται πολύ
συχνά από τον πατέρα της χωρίς αιτία, με αποτέλεσμα να φέρει μώλωπές σε όλο το
σώμα της.
Εξετάστηκε
από τους γιατρούς του νοσοκομείου και εισήχθη στην ορθοπεδική κλινική όπου
νοσηλεύτηκε, λόγω τραυματισμού της στον αυχένα και στη μέση. Η Χριστίνα ανέφερε
ακόμη ότι από 3 ετών εκτός από τους ξυλοδαρμούς, υφίστατο σχεδόν καθημερινά
σεξουαλική κακοποίηση τόσο από τον πατέρα όσο και από τον παππού της.
Κατά
τη διάρκεια της νοσηλείας της στο νοσοκομείο η επιμελήτρια ανηλίκων που
επισκεπτόταν την Χριστίνα, επικοινώνησε με τον παππού και τον πατέρα της, οι
οποίοι ως αιτία των ξυλοδαρμών της Χριστίνας, πρόβαλλαν την τιμωρία και τον
συνετισμό της σε κανόνες ηθικής (π.χ. να μη μιλάει σε αγόρια, να μην βγαίνει
έξω κλπ).
Πέντε
περίπου χρόνια αργότερα, οι θετοί γονείς της Σοφίας χώρισαν και την μικρή
ανέλαβε ο πατριός της, ο οποίος λίγο αργότερα ξαναπαντρεύτηκε και μετακινήθηκε
σε μεγάλη πόλη της Ελλάδας. Εκεί, η 11χρονή Σοφία, «ανατέθηκε» σε «φίλη» του
ζεύγους («θεία»), η οποία την εξώθησε σε επαιτεία στα φανάρια. Παράλληλα, η
μικρή συνέχιζε να κακοποιείται σωματικά σε καθημερινή βάση και ανάλογα με τις
«επιδόσεις» της στην επαιτεία… Κάποια στιγμή η Σοφία συνελήφθη από την
αστυνομία και απελάθηκε στην Αλβανία.
Έναν
χρόνο αργότερα, η σύζυγος του πατριού της την ξαναφέρνει στην Ελλάδα, σε άλλη
πόλη αυτή τη φορά, όπου και η έφηβη πια Σοφία συνεχίζει να επαιτεί στα φανάρια,
με «μάνατζερ» αυτή τη φορά την σύζυγο του πατριού της, ενώ φυσικά συνεχίζει να
κακοποιείται βάναυσα τόσο από τη δεύτερη μητριά της όσο και από το περιβάλλον
αυτής.
Κάποια
στιγμή η Σοφία άρχισε να επικοινωνεί μαζί μας στην 1056, για τα λίγα λεπτά της
ημέρας που απαλλασσόταν από το αυστηρό βλέμμα και την επίβλεψη της
«εργοδότριας» της. Η Σοφία μοιραζόταν με τους κοινωνικούς λειτουργούς και
ψυχολόγους της Γραμμής τη θλίψη και απόγνωση της για την σκληρή και βάναυση ζωή
που είχε γνωρίσει από τη στιγμή που γεννήθηκε. Σε ηλικία περίπου 15 ετών, η
Σοφία ξανά-συλλαμβάνεται από την αστυνομία και λίγες ημέρες αργότερα το
Χαμόγελο του Παιδιού λαμβάνει εισαγγελική εντολή για την φιλοξενία της.
H
ιστορία της Ελίζας (Elisa Izquierdo, 1989 – 1995) είναι η αληθινή ιστορία ενός
παιδιού που δεν πρόλαβε να ανοίξει τα φτερά του και χαρακτηρίστηκε από τις
αρχές της Νέας Υόρκης, σαν η χειρότερη περίπτωση παιδικής κακοποίησης που είχαν
δει ποτέ. Χωρισμένοι γονείς, με ένα πατέρα που έκανε ότι καλύτερο μπορούσε αλλά
δυστυχώς χάθηκε νωρίς. Μια άρρωστη μητέρα, βυθισμένη στα ναρκωτικά και μια
«υγιής» πολιτεία όπου οι τυπικές διαδικασίες συνθλίβουν την ουσία. Το 1995 η
κυνική κοινωνία της Νέα Υόρκης συγκλονίζεται από την είδηση του χαμού της
Ελίζας, που πέθανε κακοποιημένη στα 6 της χρόνια.
Οι
κάτοικοι της πόλης υπογράφουν το μανιφέστο «Ποτέ ξανά», ενώ τον Φεβρουάριο του
1996 θεσπίζεται «Ο Νόμος της Ελίζας»,
ο οποίος επανακαθορίζει τις ευθύνες του κράτους και των κοινωνικών υπηρεσιών
στα θέματα προστασίας του παιδιού, με αύξηση της λογοδοσίας όσων εμπλέκονται
στην προστασία των παιδιών και μείωση της εμπιστευτικότητας σχετικά με τη
δημοσιοποίηση περιπτώσεων αυτού του είδους.
Η
Ελίζα γίνεται παγκόσμιο σύμβολο και η ιστορία της γίνεται εξώφυλλο στους New
York Times, αλλά και
αντικείμενο πολυάριθμων άρθρων στα ΜΜΕ.
Τα
πρώτα χρόνια, όσο η Ελίζα ζούσε με τον πατέρα της, πήγαινε τακτικά στο σχολείο
και η ζωή της εξελισσόταν φυσιολογικά. Μετά τον θάνατο του πατέρα όμως, η
επιμέλεια της Ελίζας δίνεται στη βιολογική της μητέρα και αμέσως φαίνεται η
διαφορά: το παιδί σταμάτησε να πηγαίνει τακτικά στο σχολείο και έπαψε να είναι
το γελαστό παιδί των προηγούμενων ετών. Παρά τις προσπάθειες, κανείς δεν
μπόρεσε να επέμβει εφόσον ο δικαστής, με σύμφωνη γνώμη των κοινωνικών
υπηρεσιών, είχε δώσει την επιμέλεια του παιδιού στη μητέρα.
Ο
θάνατος της Ελίζας έφερε στην επιφάνεια με τον πιο δραματικό τρόπο, την
ανεπάρκεια των υπηρεσιών παιδικής προστασίας και ταρακούνησε βαθύτατα την κοινή
γνώμη σχετικά με το φαινόμενο της κακοποίησης και παραμέλησης παιδιών.
Το
2008 μια ομάδα ανθρώπων ιδρύσαν εις μνήμη του αδικοχαμένου κοριτσιού , το σωματείο
κατά της παιδικής βίας-ΕΛΙΖΑ που είναι από
τις ελάχιστες εξειδικευμένες Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις στην Ελλάδα που
ασχολούνται με την προστασία και προαγωγή των δικαιωμάτων των παιδιών που έχουν
υποστεί ή κινδυνεύουν να υποστούν κακοποίηση ή παραμέληση, και η δίνει έμφαση
στην προσχολική ηλικία.
.
Ο
Χακλ κρίθηκε ένοχος για 22 υποθέσεις, ενώ παραδέχτηκε την ενοχή του σε 71 σεξουαλικές επιθέσεις και βιασμούς.
Ένα
από τα πιο επιβαρυντικά στοιχεία κατά του Χακλ, σύμφωνα με τον δικαστή, ήταν
ότι είχε στόχο παιδιά και τις οικογένειές τους στις φτωχές συνοικίες, τα οποία
εντυπωσίαζε με τον σχετικό του πλούτο και την κατάστασή του ως Δυτικός.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν σε
εκδήλωση που πραγματοποίησε η Εταιρία
κατά της Κακοποίησης του Παιδιού «ΕΛΙΖΑ», με αφορμή τον
εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας κατά της Κακοποίησης του Παιδιού, αλλά και σε
εκδήλωση που διοργάνωσε το «Χαμόγελο
του Παιδιού», ένα στα έξι παιδιά παγκοσμίως βιώνει σεξουαλική κακοποίηση, ποσοστό που στις χώρες της Ευρώπης αυξάνεται στο 20%.
Την ίδια ώρα η Ελλάδα, που, σύμφωνα με την τελευταία Διαβαλκανική έρευνα,
κρατάει τα πρωτεία στην ψυχολογική κακοποίηση, δεν έχει κεντρικό φορέα καταγραφής
περιστατικών κακοποίησης παιδιών, ούτε εξειδικευμένες δομές αντιμετώπισης
σχετικών περιπτώσεων.






